Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Εδώ όμως τελειώνουν οι ομοιότητες

Σάββατο 29 Ιουνίου 1980,  Royal Olympic Hotel
Αγαπημένες Γκουήνιθ και Μισέλ (και Καρλ;)
Αυτή είναι η τρίτη μου μέρα στην Αθήνα.
Σας γράφω καθισμένος δίπλα στην πισίνα του ξενοδοχείου, με το χαρτί στα γόνατά μου επειδή τα τραπέζια είναι πολύ ψηλά και οι καρέκλες πολύ κοντές.
Το ταξίδι δεν είχε καθυστέρηση, δεν ήταν όμως άνετο. Το αεροπλάνο απ’ τη Νέα Υόρκη για την
Αθήνα ήταν φίσκα – όλες οι θέσεις ήταν γεμάτες. Με προϋπάντησαν ο καθηγητής Ηλιόπουλος, ένας φοιτητής κι ο ανεψιός του που ήταν στην ηλικία του Καρλ.
Έμεινα έκπληκτος με τον καιρό εδώ, είναι όπως στην Πασαντένα – αλλά 5 βαθμούς δροσερότερος.
Μοιάζει όμως κι η βλάστηση με τη δική μας, οι λόφοι φαίνονται ξεγυμνωμένοι κι έρημοι – με τα ίδια φυτά, τα ίδια κακτοειδή. Ακόμη και η ίδια χαμηλή υγρασία, οι ίδιες δροσερές νύχτες. Εδώ όμως τελειώνουν οι ομοιότητες.
Η Αθήνα είναι πολύ απλωμένη, άσχημη και θορυβώδης, με χαώδη κυκλοφορία στους γεμάτους καυσαέρια μποτιλιαρισμένους δρόμους – τ’ αυτοκίνητα τινάζονται μπρος σαν κουνέλια όταν ανάψει το πράσινο, σταματούν με στριγκλίσματα φρένων όταν γίνει κόκκινο και κορνάρουν συνεχώς με κίτρινο.
Μοιάζει με την πόλη του Μεξικού, μόνο που εδώ οι άνθρωποι δεν φαίνονται και τόσο φτωχοί – αν και
που και που θα συναντήσεις ζητιάνο στο δρόμο. Εσύ Γκουήνιθ θα μπορούσες να αγαπήσεις την Αθήνα επειδή έχει τόσο πολλά μαγαζιά (όλα τους μικρά). Στον Καρλ θα άρεσε να περπατήσει στα δαιδαλώδη σοκάκια που κρύβουν τόσες εκπλήξεις, κυρίως στο παλιό τμήμα της πόλης.
Χθες το πρωί πήγα στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Στη Μισέλ θα άρεσαν όλα αυτά τα μεγάλα αρχαία ελληνικά αγάλματα αλόγων – ειδικά κάποιο μπρούτζινο άγαλμα που παρίστανε ένα μικρό αγόρι, ήταν πραγματικά εντυπωσιακό. Περπάτησα και είδα τόσο πολλά που τα πόδια μου άρχισαν να πονάνε. Επιπλέον μπερδευόμουν συνεχώς, δεν υπήρχαν ικανοποιητικές κατατοπιστικές πινακίδες.
Τέλος είχα βαρεθεί, επειδή είχα ήδη δει τόσα πολλά παρόμοια πράγματα. Υπήρχε όμως κάτι διαφορετικό απ’ τα άλλα έργα, κάτι πολύ παράξενο, σχεδόν απίστευτο. Το είχαν ανασύρει από τη θάλασσα το 1900, ήταν κάποιο είδος μηχανής με μεγάλους οδοντωτούς τροχούς.
Έμοιαζε πολύ με το εσωτερικό ενός ξυπνητηριού με ελατήριο. Υπήρχαν πολλοί τροχοί, προσαρμοσμένοι μεταξύ τους, με πού κανονικά «δόντια», καθώς και βαθμολογημένοι κύκλοι με χαραγμένες πάνω τους ελληνικές επιγραφές. Αναρωτήθηκα μήπως ήταν κανένα είδος απομίμησης. Υπήρχε ένα σχετικό άρθρο στο Scientific American.
Χθες το απόγευμα πήγα στην Ακρόπολη, που βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο της πόλης. Ένας ψηλός βραχώδης λόφος, επίπεδος στην κορυφή του, πάνω στον οποίο έχει χτιστεί ο Παρθενώνας κι άλλοι ναοί και ιερά. Ο Παρθενώνας είναι πολύ όμορφος, όμως ο αρχαίος ναός στη Σεγέστα της Σικελίας, που είδαμε μαζί Γκουήνιθ, είναι πιο εντυπωσιακός επειδή εκεί σου επιτρέπουν να μπεις μέσα – δεν μπορείς να μπεις μέσα στον Παρθενώνα, ούτε να περπατήσεις γύρω από τους κίονές του.
Η αδερφή του καθηγητή Ηλιόπουλου – είναι επαγγελματίας αρχαιολόγος – ήρθε μαζί μας για να μας ξεναγήσει και μας έδωσε κάθε είδους πληροφορία, χρονολογίες, λεπτομέρειες, αποσπάσματα απ’ τον Πλούταρχο Κομ.
Απ’ ότι δείχνουν τα πράγματα, οι Έλληνες παίρνουν πολύ στα σοβαρά το παρελθόν τους. Διδάσκονται στα σχολεία τους Αρχαία Ελληνικά, 10 ώρες την εβδομάδα (επί 6 ολόκληρα χρόνια).
Πάσχουν από κάποιου είδους προγονολατρεία, δίνουν πάντα έμφαση στο πόσο υπέροχοι ήταν οι αρχαίοι Έλληνες – και όντως ήταν υπέροχοι. Όταν όμως τους πεις «Ναι, κοίταξε όμως πόσο πιο μπροστά απ’ τους αρχαίους Έλληνες προχώρησε ο σύγχρονος άνθρωπος» – εννοώντας με αυτό την ανάπτυξη της πειραματικής επιστήμης, των μαθηματικών, την τέχνη της Αναγέννησης, το μέγα βάθος τους συγκριτικά με τη ρηχότητα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας κλπ. – απορούν: «Τι εννοείς; Τι το κακό είχαν οι αρχαίοι Έλληνες;»
Συνεχώς προβάλλουν την ιστορία τους εις βάρος του παρόντος, φτάνοντας μέχρι του σημείου να θεωρούν τα σημερινά θαύματα ως αδικαιολόγητη έλλειψη εκτίμησης προς το παρελθόν.
Οι Έλληνες φίλοι μου θορυβήθηκαν όταν με άκουσαν να λέω ότι αυτό που έδωσε τη μεγαλύτερη ώθηση στην ανάπτυξη των μαθηματικών στην Ευρώπη ήταν η ανακάλυψη της λύσης των τριτοβάθμιων εξισώσεων από τον Ταρτάλια.
Αν και αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός είχε από μόνο του πολύ μικρή αξία, πρέπει να είχε σημαντική επίδραση στην ψυχολογία των επιστημόνων της εποχής, επειδή τους έδειξε ότι οι νεώτεροι άνθρωποι μπορούσαν να κάνουν πράγματα που κανένας αρχαίος δεν είχε μπορέσει να τα κάνει.
Η απελευθέρωση του ανθρώπου απ’ την πνευματική κηδεμονία των αρχαίων του επέστρεψε να φτάσει στην Αναγέννηση. Αυτό που μαθαίνουν οι σύγχρονοι Έλληνες στα σχολεία τους είναι να πτοούνται αναλογιζόμενοι πόσο πίσω έχουν μείνει σε σύγκριση με τους υπέροχους προγόνους τους.
Ρώτησα την αδελφή του καθηγητή Ηλιόπουλου, την αρχαιολόγο, για τη μηχανή που είχα δει στο μουσείο – αν είχαν βρεθεί άλλες τέτοιες μηχανές ή απλούστερες, που οδήγησαν στην κατασκευή της – αλλά ούτε που καταλάβαινε για τι τη ρωτούσα.
Έτσι συναντηθήκαμε με αυτήν και το γιό της (αυτόν που έχει την ηλικία του Καρλ και με κοιτάει σαν να είμαι κάποιος ηρωικός αρχαίος πρόγονός του, επειδή κι αυτός σπουδάζει Φυσική) στο μουσείο και της την έδειξα. Μου ζήτησε να της εξηγήσω το ενδιαφέρον μου και την έκπληξή μου για τη μηχανή.
«Δεν είχε μετρήσει ο Ερατοσθένης την απόσταση Γης-Ήλιου; Μήπως αυτό δεν απαιτούσε πολύπλοκα επιστημονικά όργανα;»
Ω, πόση άγνοια έχουν οι άνθρωποι που έκαναν κλασικές σπουδές. Κι ύστερα αναρωτιέμαι γιατί δεν εκτιμούν την εποχή τους, δεν ανήκουν σ’ αυτήν, δεν την καταλαβαίνουν. Ύστερα από λίγο σκέφτηκε ότι ίσως η μηχανή αυτή να ήταν πράγματι εντυπωσιακή, με πήγε λοιπόν στο πίσω μέρος του μουσείου πιστεύοντας ότι οπωσδήποτε θα υπήρχαν εκεί κι άλλες παρόμοιες και ότι θα μπορούσε να βρει πλήρη βιβλιογραφία του θέματος.
Λοιπόν, τελικά βρήκαμε ότι δεν υπήρχαν άλλες τέτοιες μηχανές. Όσο για την πλήρη βιβλιογραφία, αυτή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας κατάλογος που περιείχε τρία άρθρα (μέσα σ’ αυτά κι εκείνο που είχα διαβάσει στο Scientific American) – όλα είχαν γραφτεί από τον ίδιο άνθρωπο, έναν Αμερικανό απ’ το Γέηλ!
Υποθέτω πως οι Έλληνες πιστεύουν ότι όλοι οι Αμερικανοί πρέπει να είναι ανιαροί, αφού ενδιαφέρονται για μηχανές ενώ υπάρχουν όλα αυτά τα όμορφα αγάλματα και η υπέροχη μυθολογία με τις ιστορίες των θεών και θα μπορούσαν να ασχοληθούν με αυτά.
(Πράγματι, κάποια κυρία απ’ το προσωπικό του μουσείου παρατήρησε, όταν της είπαν ότι ο Αμερικανός καθηγητής ήθελε να μάθει περισσότερα για το έκθεμα 15087: «Απ’ όλα αυτά τα ωραία πράγματα του μουσείου γιατί αυτός στάθηκε ειδικά σε εκείνο το έκθεμα; Τι το τόσο σημαντικό έχει;»)
Όλοι εδώ παραπονιούνται για τη ζέστη, και ασχολούνται με το αν μπορείς να την αντέξεις, όταν στην πραγματικότητα είναι ακριβώς όπως στην Πασαντένα, μόνο 5 βαθμούς κατά μέσο όρο δροσερότερα.
Όλα τα μαγαζιά και τα γραφεία κλείνουν από τη 1.30 μμ. έως τις 5.30 μμ. «λόγω ζέστης». Μου φαίνεται ότι είναι μια καλή ιδέα (όλοι παίρνουν τότε έναν υπνάκο) επειδή μετά μένουν ξύπνιοι ως αργά το βράδυ – τρώνε βραδινό μεταξύ 9.30 και 10 μμ., όταν έχει δροσιά.
Τις ημέρες αυτές οι άνθρωποι εδώ γκρινιάζουν για κάποιο καινούργιο νόμο: για την εξοικονόμηση ενέργειας όλα τα εστιατόρια κι οι ταβέρνες πρέπει να κλείνουν στις 2 στις πρωί κι όλοι λένε ότι αυτό θα καταστρέψει τη νυχτερινή ζωή στην Αθήνα. … πλήρες κείμενο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου